Οι ρομαντικές σχέσεις είναι ένα από τα πιο σημαντικά κομμάτια της ανθρώπινης ζωής. Μπορούν να μας προσφέρουν χαρά, ασφάλεια, πάθος, συντροφικότητα, νόημα και προσωπική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, μπορούν να μας φέρουν αντιμέτωπους με ανασφάλειες, φόβο απόρριψης, ζήλια, απογοήτευση ή δυσκολίες επικοινωνίας.
Η αγάπη, όμως, δεν είναι πάντα ίδια. Άλλο είναι ο έντονος έρωτας των πρώτων μηνών, άλλο η βαθιά συντροφικότητα μιας μακροχρόνιας σχέσης, άλλο η ανεκπλήρωτη αγάπη και άλλο η ώριμη δέσμευση. Η ψυχολογία των ρομαντικών σχέσεων προσπαθεί να κατανοήσει αυτές τις διαφορετικές μορφές αγάπης με επιστημονικό τρόπο, χωρίς να μειώνει τη μοναδικότητα κάθε σχέσης.
Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, η αγάπη μπορεί να περιλαμβάνει πάθος, οικειότητα, δέσμευση, σεξουαλική επιθυμία, συναισθηματικό δεσμό, ανάγκη εγγύτητας και αίσθηση ότι ο άλλος γίνεται μέρος του εαυτού μας (Aron & Aron, 1986· Sternberg, 1986· Hatfield, 1988).
Τι είναι η ρομαντική αγάπη;
Η ρομαντική αγάπη είναι μια σύνθετη εμπειρία. Δεν είναι μόνο συναίσθημα, ούτε μόνο σκέψη, ούτε μόνο σωματική έλξη. Περιλαμβάνει συναισθηματική ένταση, επιθυμία για εγγύτητα, ανάγκη για ανταπόκριση, φαντασιώσεις για το άλλο πρόσωπο και, συχνά, την αίσθηση ότι η ζωή αποκτά μεγαλύτερη ένταση ή νόημα.
Οι Fisher, Aron και Brown (2006) υποστήριξαν ότι η ρομαντική αγάπη συνδέεται με εγκεφαλικά συστήματα που σχετίζονται με την επιλογή συντρόφου, την ανταμοιβή και το κίνητρο. Αυτό εξηγεί γιατί ο έρωτας μπορεί να βιώνεται τόσο έντονα: δεν είναι απλώς μια «ωραία σκέψη», αλλά μια εμπειρία που επηρεάζει βαθιά το σώμα, τον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά.
Παράλληλα, η αγάπη έχει κοινωνική και προσωπική διάσταση. Δεν αγαπάμε σε κενό περιβάλλον. Οι εμπειρίες μας, ο τρόπος που έχουμε μάθει να συνδεόμαστε, οι ανάγκες μας, ο πολιτισμός και οι αξίες μας επηρεάζουν το πώς αγαπάμε και τι περιμένουμε από μια σχέση (Hazan & Zeifman, 1994· Sprecher et al., 1994).
Η τριγωνική θεωρία της αγάπης
Μία από τις πιο γνωστές θεωρίες για τους τύπους αγάπης είναι η τριγωνική θεωρία του Sternberg. Σύμφωνα με αυτήν, η αγάπη αποτελείται από τρία βασικά στοιχεία: οικειότητα, πάθος και δέσμευση (Sternberg, 1986).
Η οικειότητα αφορά τη συναισθηματική εγγύτητα. Είναι το αίσθημα ότι μπορώ να μιλήσω στον άλλον, να μοιραστώ σκέψεις, φόβους και επιθυμίες, και να νιώσω ότι με καταλαβαίνει.
Το πάθος αφορά τη σωματική έλξη, τη σεξουαλική επιθυμία, την ένταση και τον ενθουσιασμό που μπορεί να συνοδεύει μια σχέση.
Η δέσμευση αφορά την απόφαση να παραμείνω στη σχέση, να επενδύσω σε αυτήν και να τη στηρίξω μέσα στον χρόνο.
Ανάλογα με το ποια από αυτά τα στοιχεία υπάρχουν και σε ποιον βαθμό, δημιουργούνται διαφορετικοί τύποι αγάπης.
Η συμπάθεια ή φιλική αγάπη βασίζεται κυρίως στην οικειότητα. Υπάρχει ζεστασιά, επικοινωνία, εμπιστοσύνη και συναισθηματική σύνδεση, αλλά δεν υπάρχει απαραίτητα έντονο πάθος ή δέσμευση ερωτικής σχέσης.
Αυτός ο τύπος αγάπης μπορεί να υπάρχει σε φιλίες, αλλά και σε ρομαντικές σχέσεις που έχουν χάσει το ερωτικό στοιχείο. Οι Hendrick (1993) τόνισαν ότι η φιλία μπορεί να είναι σημαντικό στοιχείο στις ερωτικές σχέσεις, καθώς η συντροφικότητα και η αμοιβαία εκτίμηση ενισχύουν τη σταθερότητα και την ποιότητα της σχέσης.
Με απλά λόγια, μια σχέση δεν χρειάζεται μόνο πάθος. Χρειάζεται και την αίσθηση ότι ο άλλος είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο μπορώ να είμαι ο εαυτός μου.
Ο παθιασμένος έρωτας είναι ίσως η πιο έντονη και αναγνωρίσιμη μορφή ρομαντικής αγάπης. Συνδέεται με έντονη επιθυμία, ενθουσιασμό, σκέψεις γύρω από το αγαπημένο πρόσωπο, ανάγκη για ανταπόκριση και σωματική έλξη.
Η Hatfield (1988) διαχώρισε την παθιασμένη αγάπη από τη συντροφική αγάπη. Η παθιασμένη αγάπη χαρακτηρίζεται από ένταση και συχνά από έντονη συναισθηματική εξάρτηση από το αν η αγάπη είναι αμοιβαία. Όταν υπάρχει ανταπόκριση, το άτομο μπορεί να νιώθει ευφορία. Όταν δεν υπάρχει, μπορεί να βιώνει άγχος, λύπη ή εμμονική σκέψη.
Η Παθιασμένη Κλίμακα Αγάπης των Hatfield και Sprecher χρησιμοποιήθηκε για τη μέτρηση αυτής της έντονης ερωτικής εμπειρίας, δείχνοντας ότι ο παθιασμένος έρωτας μπορεί να μελετηθεί επιστημονικά και όχι μόνο ποιητικά ή φιλοσοφικά (Hatfield & Sprecher, 1986· Hatfield & Sprecher, 2011).
Η συντροφική αγάπη είναι πιο ήρεμη, βαθιά και σταθερή. Δεν βασίζεται μόνο στην ένταση του πρώτου έρωτα, αλλά στην εμπιστοσύνη, στη φροντίδα, στη δέσμευση και στην αίσθηση κοινής ζωής.
Στις μακροχρόνιες σχέσεις, το πάθος μπορεί να αλλάζει μορφή, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η αγάπη μειώνεται. Οι Hatfield, Pillemer, O’Brien και Le (2008) έδειξαν ότι τόσο η παθιασμένη όσο και η συντροφική αγάπη μπορούν να υπάρχουν σε γάμους και μακροχρόνιες σχέσεις, αν και συχνά εκφράζονται διαφορετικά μέσα στον χρόνο.
Η συντροφική αγάπη δεν είναι «λιγότερη» αγάπη. Είναι συχνά η μορφή αγάπης που στηρίζει τη σχέση όταν η καθημερινότητα, οι δυσκολίες, οι υποχρεώσεις και οι αλλαγές της ζωής δοκιμάζουν το ζευγάρι.
Η κενή αγάπη υπάρχει όταν υπάρχει κυρίως δέσμευση, αλλά λείπει η οικειότητα και το πάθος. Σε αυτήν την περίπτωση, δύο άνθρωποι μπορεί να παραμένουν μαζί από συνήθεια, υποχρέωση, κοινωνική πίεση ή πρακτικούς λόγους.
Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η σχέση είναι καταδικασμένη. Μερικές φορές η οικειότητα και το πάθος μπορούν να ξαναχτιστούν, αν και οι δύο σύντροφοι το επιθυμούν και εργαστούν πάνω στη σχέση. Ωστόσο, όταν η σχέση βασίζεται μόνο στο «πρέπει», χωρίς συναισθηματική σύνδεση, μπορεί να γίνει ψυχικά κουραστική.
Στο πλαίσιο της τριγωνικής θεωρίας, η κενή αγάπη δείχνει ότι η δέσμευση από μόνη της δεν αρκεί για μια ζωντανή και ικανοποιητική σχέση (Sternberg, 1986).
Η ρομαντική αγάπη συνδυάζει οικειότητα και πάθος. Υπάρχει συναισθηματική σύνδεση, έλξη, ενθουσιασμός και επιθυμία για εγγύτητα. Ωστόσο, μπορεί να μην υπάρχει ακόμη σταθερή δέσμευση.
Αυτός ο τύπος αγάπης είναι συχνός στην αρχή μιας σχέσης. Οι σύντροφοι νιώθουν κοντά, θέλουν να περνούν χρόνο μαζί και βιώνουν έντονη έλξη. Όμως η σχέση δεν έχει απαραίτητα δοκιμαστεί στον χρόνο. Η ρομαντική αγάπη μπορεί να εξελιχθεί σε πιο ολοκληρωμένη αγάπη, αν προστεθεί σταδιακά η δέσμευση.
Οι νευροβιολογικές μελέτες δείχνουν ότι η έντονη ρομαντική αγάπη ενεργοποιεί περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή και το κίνητρο (Acevedo et al., 2011· Bartels & Zeki, 2004). Αυτό βοηθά να καταλάβουμε γιατί στην αρχή μιας σχέσης ο άλλος μπορεί να μοιάζει τόσο σημαντικός και μοναδικός.
Η δεσμευμένη συντροφική αγάπη συνδυάζει οικειότητα και δέσμευση, αλλά όχι απαραίτητα έντονο πάθος. Είναι η αγάπη που συχνά βλέπουμε σε μακροχρόνιες σχέσεις όπου οι άνθρωποι έχουν χτίσει κοινή ιστορία, εμπιστοσύνη και βαθιά σύνδεση.
Αυτός ο τύπος αγάπης μπορεί να είναι ιδιαίτερα σταθερός. Μπορεί να μην έχει την ένταση του πρώτου έρωτα, αλλά προσφέρει ασφάλεια, υποστήριξη και αίσθηση ότι οι δύο άνθρωποι είναι ομάδα.
Οι O’Leary, Acevedo, Aron, Huddy και Mashek (2011) έδειξαν ότι η μακροχρόνια αγάπη δεν είναι απαραίτητα σπάνια ή αδύνατη. Ορισμένα ζευγάρια διατηρούν υψηλά επίπεδα ρομαντικής αγάπης ακόμη και μετά από πολλά χρόνια, ιδιαίτερα όταν υπάρχει εγγύτητα, θετική αλληλεπίδραση και ενεργή επένδυση στη σχέση.
Η ολοκληρωμένη αγάπη, σύμφωνα με τον Sternberg, περιλαμβάνει και τα τρία στοιχεία: οικειότητα, πάθος και δέσμευση (Sternberg, 1986). Είναι η μορφή αγάπης που πολλοί άνθρωποι επιθυμούν: να υπάρχει συναισθηματική σύνδεση, ερωτική έλξη και σταθερή απόφαση να χτιστεί μια κοινή ζωή.
Ωστόσο, η ολοκληρωμένη αγάπη δεν είναι κάτι που απλώς «συμβαίνει» και μένει αυτόματα. Χρειάζεται φροντίδα, επικοινωνία, χρόνο, προσαρμογή και αμοιβαία προσπάθεια. Το πάθος μπορεί να μειώνεται ή να αλλάζει, η οικειότητα μπορεί να πληγώνεται από συγκρούσεις και η δέσμευση μπορεί να δοκιμάζεται από δυσκολίες. Γι’ αυτό η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα. Είναι και καθημερινή στάση.
Παθιασμένη αγάπη και εγκέφαλος
Η επιστημονική έρευνα έχει δείξει ότι ο έρωτας συνδέεται με βιολογικές και νευροχημικές διεργασίες. Μελέτες έχουν εξετάσει τον ρόλο της ντοπαμίνης, της σεροτονίνης, της ωκυτοκίνης και άλλων μηχανισμών που σχετίζονται με την ανταμοιβή, την επιθυμία και τη σύνδεση (de Boer et al., 2012· Fisher et al., 2006· Schneiderman et al., 2012).
Η ρομαντική αγάπη μπορεί να μοιάζει με έντονη κινητοποιητική κατάσταση. Γι’ αυτό, ειδικά στην αρχή, ο άνθρωπος μπορεί να σκέφτεται συνεχώς το αγαπημένο πρόσωπο, να νιώθει έντονη ενέργεια, να έχει δυσκολία συγκέντρωσης ή να βιώνει άγχος για το αν τα συναισθήματα είναι αμοιβαία.
Οι Marazziti (1999) συνέδεσαν τον ρομαντικό έρωτα με αλλαγές στο σύστημα της σεροτονίνης, ενώ οι Emanuele και συνεργάτες (2006) βρήκαν αυξημένα επίπεδα νευρικού αυξητικού παράγοντα στα αρχικά στάδια της ρομαντικής αγάπης. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν ότι ο έρωτας δεν είναι μόνο «θέμα καρδιάς», αλλά και μια εμπειρία με βιολογική βάση.
Αγάπη και σεξουαλική επιθυμία
Η αγάπη και η σεξουαλική επιθυμία συνδέονται, αλλά δεν είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Μπορεί να υπάρχει σεξουαλική έλξη χωρίς βαθιά αγάπη, αλλά και αγάπη χωρίς έντονη σεξουαλική επιθυμία. Οι Cacioppo και συνεργάτες (2012) έδειξαν ότι η αγάπη και η σεξουαλική επιθυμία έχουν κοινές αλλά και διαφορετικές νευρικές βάσεις.
Στις ρομαντικές σχέσεις, η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να λειτουργεί ως στοιχείο εγγύτητας, αλλά η ποιότητα της σχέσης δεν εξαρτάται μόνο από αυτήν. Η συναισθηματική ασφάλεια, η επικοινωνία, ο σεβασμός και η αμοιβαιότητα είναι εξίσου σημαντικά.
Ανεκπλήρωτη αγάπη
Η ανεκπλήρωτη αγάπη εμφανίζεται όταν ένα άτομο αγαπά ή επιθυμεί κάποιον που δεν ανταποκρίνεται με τον ίδιο τρόπο. Αυτή η εμπειρία μπορεί να είναι ιδιαίτερα επώδυνη, γιατί συνδυάζει ελπίδα, απόρριψη, φαντασία και συναισθηματική εξάρτηση.
Οι Aron, Aron και Allen (1998) μελέτησαν τα κίνητρα πίσω από την ανεκπλήρωτη αγάπη, ενώ οι Bringle, Winnick και Rydell (2013) έδειξαν ότι η ανεκπλήρωτη αγάπη είναι αρκετά συχνή εμπειρία. Επίσης, οι Hill, Blakemore και Drumm (1997) τη μελέτησαν στην εφηβεία και τη νεαρή ενήλικη ζωή, όπου συχνά βιώνεται με μεγάλη ένταση.
Η ανεκπλήρωτη αγάπη δεν είναι «αδυναμία χαρακτήρα». Είναι μια ανθρώπινη εμπειρία. Όμως, όταν κρατά πολύ, πονά έντονα ή εμποδίζει το άτομο να ζήσει τη ζωή του, μπορεί να χρειάζεται συναισθηματική επεξεργασία και υποστήριξη.
Limerence: όταν ο έρωτας γίνεται εμμονικός
Η Tennov (1998) περιέγραψε την έννοια της limerence, δηλαδή μια έντονη κατάσταση ερωτικής προσκόλλησης, στην οποία το άτομο σκέφτεται διαρκώς το αντικείμενο του έρωτά του και αναζητά σημάδια ανταπόκρισης. Η κατάσταση αυτή μπορεί να περιλαμβάνει έντονη φαντασίωση, φόβο απόρριψης και μεγάλη συναισθηματική εξάρτηση από μικρές ενδείξεις ενδιαφέροντος.
Αν και ο έντονος έρωτας μπορεί να είναι φυσιολογικός, γίνεται προβληματικός όταν το άτομο χάνει την επαφή με την πραγματικότητα της σχέσης ή όταν η ζωή του περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από την ανταπόκριση του άλλου.
Η αγάπη ως επέκταση του εαυτού
Μια πολύ ενδιαφέρουσα θεωρία είναι η θεωρία της επέκτασης του εαυτού. Σύμφωνα με τους Aron και Aron (1986), οι άνθρωποι αναζητούν σχέσεις που τους βοηθούν να μεγαλώσουν ψυχικά, να αποκτήσουν νέες εμπειρίες και να ενσωματώσουν στοιχεία του άλλου στον εαυτό τους.
Σε μια καλή ρομαντική σχέση, δεν νιώθουμε απλώς ότι έχουμε έναν σύντροφο. Νιώθουμε ότι η ζωή μας επεκτείνεται: γνωρίζουμε νέες πλευρές του εαυτού μας, δοκιμάζουμε νέα πράγματα, μαθαίνουμε, αλλάζουμε και εξελισσόμαστε.
Οι Aron, Aron, Tudor και Nelson (1991) έδειξαν ότι στις στενές σχέσεις οι άνθρωποι μπορεί να βιώνουν τον άλλον ως μέρος του εαυτού τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι χάνεται η ατομικότητα. Σημαίνει ότι σε μια βαθιά σχέση οι ζωές, οι εμπειρίες και οι ταυτότητες των δύο ανθρώπων συνδέονται.
Πώς διατηρείται η αγάπη μέσα στον χρόνο;
Ένα συχνό ερώτημα είναι αν η μακροχρόνια σχέση σκοτώνει τον ρομαντικό έρωτα. Οι Acevedo και Aron (2009) υποστήριξαν ότι η μακροχρόνια σχέση δεν καταστρέφει απαραίτητα τη ρομαντική αγάπη. Αντίθετα, η έντονη ρομαντική αγάπη μπορεί να διατηρηθεί, όταν δεν βασίζεται σε εμμονή ή άγχος, αλλά σε εγγύτητα, φροντίδα και θετική σύνδεση.
Επιπλέον, οι Aron και συνεργάτες (2000) έδειξαν ότι τα ζευγάρια που συμμετέχουν μαζί σε νέες και διεγερτικές δραστηριότητες μπορούν να βιώνουν μεγαλύτερη ποιότητα σχέσης. Με απλά λόγια, η σχέση χρειάζεται ανανέωση. Όχι απαραίτητα μεγάλες κινήσεις, αλλά κοινές εμπειρίες που σπάνε τη ρουτίνα και δημιουργούν νέα κοινά βιώματα.
Η αγάπη μέσα στον χρόνο δεν διατηρείται μόνο επειδή «υπάρχει». Διατηρείται όταν οι δύο άνθρωποι συνεχίζουν να συναντιούνται ψυχικά, να ενδιαφέρονται, να επικοινωνούν και να χτίζουν κοινή ζωή.
Αγάπη, προσκόλληση και ασφάλεια
Η ρομαντική αγάπη συνδέεται στενά με την προσκόλληση. Οι Hazan και Zeifman (1994) υποστήριξαν ότι οι ερωτικές σχέσεις στην ενήλικη ζωή μπορούν να λειτουργούν ως δεσμοί προσκόλλησης. Δηλαδή, ο σύντροφος μπορεί να γίνει πρόσωπο ασφάλειας, παρηγοριάς και συναισθηματικής ρύθμισης.
Όταν υπάρχει ασφαλής σύνδεση, οι σύντροφοι μπορούν να ζητούν στήριξη, να εκφράζουν ανάγκες και να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες με μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Όταν όμως υπάρχουν ανασφάλειες προσκόλλησης, μπορεί να εμφανίζονται φόβος εγκατάλειψης, υπερβολική εξάρτηση, αποφυγή εγγύτητας ή δυσκολία στην έκφραση συναισθημάτων.
Οι Birnbaum και Reis (2019) τόνισαν τη δυναμική σχέση ανάμεσα στην προσκόλληση και τη σεξουαλικότητα κατά την πορεία μιας ρομαντικής σχέσης. Αυτό δείχνει ότι η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα ή μόνο σεξουαλική έλξη, αλλά ένα σύστημα σύνδεσης που επηρεάζει τον τρόπο που οι άνθρωποι νιώθουν ασφαλείς, επιθυμητοί και κοντά ο ένας στον άλλον.
Πολιτισμός, φύλο και ρομαντική αγάπη
Η αγάπη είναι ανθρώπινη εμπειρία, αλλά δεν εκφράζεται παντού με τον ίδιο τρόπο. Ο πολιτισμός, οι κοινωνικές προσδοκίες και το φύλο επηρεάζουν το πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την έλξη, τη σχέση, τη δέσμευση και τον ρόλο του συντρόφου.
Οι Sprecher και συνεργάτες (1994) σύγκριναν αντιλήψεις για την αγάπη σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια, ενώ η Pines (2001) ανέδειξε τον ρόλο του φύλου και του πολιτισμού στη ρομαντική έλξη. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν αγαπούν μόνο ως άτομα, αλλά και μέσα σε κοινωνικά πλαίσια που τους μαθαίνουν τι θεωρείται «σωστή σχέση», «ιδανικός σύντροφος» ή «αληθινή αγάπη».
Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή όταν μιλάμε για ρομαντικές σχέσεις. Δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος να αγαπά κανείς. Υπάρχουν όμως βασικές ανάγκες που επανέρχονται συχνά: σεβασμός, ασφάλεια, αμοιβαιότητα, επικοινωνία και συναισθηματική παρουσία.
Πρακτικά: τι μας μαθαίνουν οι τύποι αγάπης;
Οι τύποι αγάπης μάς βοηθούν να καταλάβουμε καλύτερα τι συμβαίνει σε μια σχέση. Μπορεί ένα ζευγάρι να έχει πάθος αλλά όχι δέσμευση. Μπορεί να έχει δέσμευση αλλά όχι οικειότητα. Μπορεί να έχει φιλία αλλά όχι ερωτισμό. Μπορεί να έχει αγάπη, αλλά να λείπει η ασφάλεια.
Αυτή η κατανόηση δεν έχει σκοπό να βάλει ταμπέλες. Έχει σκοπό να βοηθήσει τους ανθρώπους να αναρωτηθούν:
Τι υπάρχει στη σχέση μου;
Τι λείπει;
Υπάρχει οικειότητα;
Υπάρχει πάθος;
Υπάρχει δέσμευση;
Υπάρχει αμοιβαιότητα;
Νιώθω ασφαλής ή συνεχώς αγχωμένος;
Η σχέση με εξελίσσει ή με εξαντλεί;
Η αγάπη δεν είναι μόνο το αν αγαπάμε κάποιον. Είναι και το πώς τον αγαπάμε, πώς μας αγαπά, και τι δημιουργείται ανάμεσα στους δύο ανθρώπους.
Συμπέρασμα
Οι ρομαντικές σχέσεις είναι πολύπλοκες, γιατί η αγάπη έχει πολλές μορφές. Μπορεί να είναι παθιασμένη, συντροφική, ανεκπλήρωτη, ρομαντική, δεσμευμένη ή ολοκληρωμένη. Καμία θεωρία δεν μπορεί να περιγράψει απόλυτα κάθε σχέση, αλλά οι θεωρίες μάς βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα τα βασικά στοιχεία της αγάπης.
Η τριγωνική θεωρία του Sternberg μάς δείχνει ότι η αγάπη περιλαμβάνει οικειότητα, πάθος και δέσμευση. Η θεωρία της παθιασμένης και συντροφικής αγάπης μάς δείχνει ότι ο έρωτας αλλάζει μέσα στον χρόνο. Η θεωρία της επέκτασης του εαυτού μάς θυμίζει ότι μια σχέση μπορεί να μας βοηθήσει να αναπτυχθούμε. Η έρευνα για την προσκόλληση δείχνει ότι η αγάπη συνδέεται βαθιά με την ανάγκη για ασφάλεια.
Με απλά λόγια, η αγάπη δεν είναι μόνο συναίσθημα. Είναι σύνδεση, επιλογή, επιθυμία, φροντίδα, επικοινωνία και καθημερινή παρουσία. Και όσο καλύτερα κατανοούμε τους τύπους αγάπης, τόσο πιο συνειδητά μπορούμε να προσεγγίζουμε τις σχέσεις μας.
Βιβλιογραφία
Acevedo, B. P., & Aron, A. (2009). Does a long-term relationship kill romantic love? Review of General Psychology, 13(1), 59–65. https://doi.org/10.1037/a0014226
Acevedo, B. P., Aron, A., Fisher, H. E., & Brown, L. L. (2011). Neural correlates of long-term intense romantic love. Social Cognitive and Affective Neuroscience, 7(2), 145–159. https://doi.org/10.1093/scan/nsq092
Aron, A., & Aron, E. N. (1986). Love and the expansion of self: Understanding attraction and satisfaction. Hemisphere Publishing Corp/Harper & Row Publishers.
Aron, A., Aron, E. N., & Allen, J. (1998). Motivations for unreciprocated love. Personality and Social Psychology Bulletin, 24(8), 787–796. https://doi.org/10.1177/0146167298248001
Aron, A., Aron, E. N., Tudor, M., & Nelson, G. (1991). Close relationships as including other in the self. Journal of Personality and Social Psychology, 60(2), 241–253. https://doi.org/10.1037/0022-3514.60.2.241
Aron, A., Norman, C. C., Aron, E. N., McKenna, C., & Heyman, R. E. (2000). Couples’ shared participation in novel and arousing activities and experienced relationship quality. Journal of Personality and Social Psychology, 78(2), 273–284. https://doi.org/10.1037/0022-3514.78.2.273
Bartels, A., & Zeki, S. (2004). The neural correlates of maternal and romantic love. NeuroImage, 21(3), 1155–1166. https://doi.org/10.1016/j.neuroimage.2003.11.003
Birnbaum, G. E., & Reis, H. T. (2019). Evolved to be connected: The dynamics of attachment and sex over the course of romantic relationships. Current Opinion in Psychology, 25, 11–15. https://doi.org/10.1016/j.copsyc.2018.02.015
Bringle, R. G., Winnick, T., & Rydell, R. J. (2013). The prevalence and nature of unrequited love. SAGE Open, 3(2), 215824401349216. https://doi.org/10.1177/2158244013492160
Cacioppo, S., Bianchi-Demicheli, F., Frum, C., Pfaus, J. G., & Lewis, J. W. (2012). The common neural bases between sexual desire and love: A multilevel kernel density fMRI analysis. The Journal of Sexual Medicine, 9(4), 1048–1054. https://doi.org/10.1111/j.1743-6109.2012.02651.x
de Boer, A., van Buel, E. M., & Ter Horst, G. J. (2012). Love is more than just a kiss: A neurobiological perspective on love and affection. Neuroscience, 201, 114–124. https://doi.org/10.1016/j.neuroscience.2011.11.017
Emanuele, E., Politi, P., Blanchi, M., Minoretti, P., Bertona, M., & Geroldi, D. (2006). Raised plasma nerve growth factor levels associated with early-stage romantic love. Psychoneuroendocrinology, 31(3), 288–294. https://doi.org/10.1016/j.psyneuen.2005.09.002
Fisher, H. E., Aron, A., & Brown, L. L. (2006). Romantic love: A mammalian brain system for mate choice. Philosophical Transactions of the Royal Society B: Biological Sciences, 361(1476), 2173–2186. https://doi.org/10.1098/rstb.2006.1938
Hatfield, E. (1988). Passionate and companionate love. In R. J. Sternberg & M. L. Barnes (Eds.), The psychology of love (pp. 191–217). Yale University Press.
Hatfield, E., Pillemer, J. T., O’Brien, M. U., & Le, Y.-C. L. (2008). The endurance of love: Passionate and companionate love in newlywed and long-term marriages. Interpersona: An International Journal on Personal Relationships, 2(1), 35–64. https://doi.org/10.5964/ijpr.v2i1.17
Hatfield, E., & Sprecher, S. (1986). Measuring passionate love in intimate relationships. Journal of Adolescence, 9(4), 383–410. https://doi.org/10.1016/S0140-1971(86)80043-4
Hatfield, E., & Sprecher, S. (2011). The passionate love scale. In T. D. Fisher, C. M. Davis, W. L. Yaber, & S. L. Davis (Eds.), Handbook of sexuality-related measures: A compendium (3rd ed.). Taylor & Francis.
Hazan, C., & Zeifman, D. (1994). Sex and the psychological tether. In K. Bartholomew & D. Perlman (Eds.), Attachment processes in adulthood (pp. 151–178). Jessica Kingsley Publishers.
Hendrick, C., & Hendrick, S. (2013). Στενές σχέσεις: Θεμελιώδη ζητήματα της ψυχολογίας των διαπροσωπικών σχέσεων (Π. Κορδούτης, Επιμ.). Πεδίο.
Hendrick, S. S., & Hendrick, C. (1993). Lovers as friends. Journal of Social and Personal Relationships, 10(3), 459–466. https://doi.org/10.1177/0265407593103011
Hill, C. A., Blakemore, J. E. O., & Drumm, P. (1997). Mutual and unrequited love in adolescence and young adulthood. Personal Relationships, 4(1), 15–23. https://doi.org/10.1111/j.1475-6811.1997.tb00127.x
Marazziti, D., Akiskal, H. S., Rossi, A., & Cassano, G. B. (1999). Alteration of the platelet serotonin transporter in romantic love. Psychological Medicine, 29(3), 741–745. https://doi.org/10.1017/S0033291798007946
O’Leary, K. D., Acevedo, B. P., Aron, A., Huddy, L., & Mashek, D. (2011). Is long-term love more than a rare phenomenon? If so, what are its correlates? Social Psychological and Personality Science, 3(2), 241–249. https://doi.org/10.1177/1948550611417015
Pines, A. M. (2001). The role of gender and culture in romantic attraction. European Psychologist, 6(2), 96–102. https://doi.org/10.1027/1016-9040.6.2.96
Schneiderman, I., Zagoory-Sharon, O., Leckman, J. F., & Feldman, R. (2012). Oxytocin during the initial stages of romantic attachment: Relations to couples’ interactive reciprocity. Psychoneuroendocrinology, 37(8), 1277–1285. https://doi.org/10.1016/j.psyneuen.2011.12.021
Sprecher, S., Aron, A., Hatfield, E., Cortese, A., Potapova, E., & Levitskaya, A. (1994). Love: American style, Russian style, and Japanese style. Personal Relationships, 1(4), 349–369. https://doi.org/10.1111/j.1475-6811.1994.tb00070.x
Sternberg, R. J. (1986). A triangular theory of love. Psychological Review, 93(2), 119–135. https://doi.org/10.1037/0033-295X.93.2.119
Tennov, D. (1998). Love and limerence: The experience of being in love. Scarborough House.