Skip links

Παρατήρηση και αξιολόγηση της ποιότητας της προσκόλλησης στη βρεφική ηλικία

Τι είναι η προσκόλληση στη βρεφική ηλικία;

Η προσκόλληση στη βρεφική ηλικία είναι ο συναισθηματικός δεσμός που αναπτύσσεται ανάμεσα στο βρέφος και στο βασικό πρόσωπο φροντίδας του. Συνήθως αυτό το πρόσωπο είναι η μητέρα, ο πατέρας ή κάποιος άλλος σταθερός φροντιστής. Ο δεσμός αυτός δεν αφορά μόνο τη φροντίδα, το φαγητό ή την καθαριότητα. Αφορά κυρίως το αίσθημα ασφάλειας που νιώθει το βρέφος όταν ο ενήλικας ανταποκρίνεται στις ανάγκες του με συνέπεια, τρυφερότητα και συναισθηματική διαθεσιμότητα.

Σύμφωνα με τον Bowlby (1969), η προσκόλληση αποτελεί μια βασική ανθρώπινη ανάγκη, η οποία βοηθά το παιδί να νιώθει προστασία και ασφάλεια. Το βρέφος αναζητά το πρόσωπο φροντίδας όταν φοβάται, πεινάει, πονάει, κουράζεται ή χρειάζεται παρηγοριά. Όταν ο φροντιστής ανταποκρίνεται με σταθερό και ευαίσθητο τρόπο, το παιδί μαθαίνει σταδιακά ότι ο κόσμος μπορεί να είναι ασφαλής και ότι οι σχέσεις μπορούν να προσφέρουν στήριξη.

Γιατί είναι σημαντική η παρατήρηση της προσκόλλησης;

Η παρατήρηση της προσκόλλησης στη βρεφική ηλικία είναι σημαντική, γιατί μας βοηθά να κατανοήσουμε την ποιότητα της σχέσης ανάμεσα στο βρέφος και στον φροντιστή του. Δεν εξετάζουμε μόνο αν ο γονιός αγαπά το παιδί του. Η αγάπη είναι σημαντική, αλλά στην αξιολόγηση της προσκόλλησης παρατηρούμε κυρίως πώς εκφράζεται αυτή η αγάπη στην καθημερινή αλληλεπίδραση.

Για παράδειγμα, έχει σημασία αν ο φροντιστής καταλαβαίνει τα σήματα του μωρού, αν ανταποκρίνεται όταν το μωρό κλαίει, αν μπορεί να το ηρεμήσει, αν του προσφέρει ασφάλεια και αν το ενθαρρύνει να εξερευνήσει το περιβάλλον. Η ποιότητα αυτής της σχέσης μπορεί να επηρεάσει τη συναισθηματική ανάπτυξη, την αυτορρύθμιση και τις μελλοντικές σχέσεις του παιδιού (Bowlby, 1969· Solomon & George, 2008).

Η αξιολόγηση, βέβαια, δεν γίνεται για να «κατηγορηθεί» ο γονιός. Γίνεται για να κατανοηθούν οι ανάγκες του παιδιού και της οικογένειας και, όπου χρειάζεται, να δοθεί υποστήριξη.

Η «παράξενη κατάσταση» της Ainsworth

Ένα από τα πιο γνωστά εργαλεία παρατήρησης της προσκόλλησης είναι η διαδικασία της «παράξενης κατάστασης» της Mary Ainsworth. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε για να μελετηθεί ο τρόπος με τον οποίο το βρέφος αντιδρά όταν ο φροντιστής αποχωρεί για λίγο και στη συνέχεια επιστρέφει (Ainsworth et al., 1978).

Στην πράξη, το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται μόνο στο αν το παιδί κλαίει όταν φεύγει ο γονιός. Το βασικό ερώτημα είναι τι κάνει το παιδί όταν ο γονιός επιστρέφει. Αναζητά παρηγοριά; Ηρεμεί στην αγκαλιά του; Τον αποφεύγει; Δείχνει θυμό; Μπερδεύεται; Αυτές οι αντιδράσεις βοηθούν τους ειδικούς να κατανοήσουν την ποιότητα της σχέσης προσκόλλησης.

Η μέθοδος αυτή οδήγησε στην περιγραφή βασικών τύπων προσκόλλησης, όπως η ασφαλής, η αποφευκτική, η αμφιθυμική και αργότερα η αποδιοργανωμένη προσκόλληση.

Ασφαλής προσκόλληση: όταν το βρέφος νιώθει ότι έχει στήριγμα

Στην ασφαλή προσκόλληση, το βρέφος έχει μάθει ότι ο φροντιστής είναι διαθέσιμος και ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γονιός πρέπει να είναι τέλειος ή να ανταποκρίνεται άμεσα κάθε δευτερόλεπτο. Σημαίνει όμως ότι, τις περισσότερες φορές, το παιδί βιώνει σταθερότητα, φροντίδα και συναισθηματική ασφάλεια.

Ένα βρέφος με ασφαλή προσκόλληση μπορεί να στενοχωρηθεί όταν ο γονιός φύγει, αλλά συνήθως ηρεμεί όταν εκείνος επιστρέψει. Χρησιμοποιεί τον φροντιστή σαν «ασφαλή βάση», δηλαδή ως σημείο αναφοράς από το οποίο μπορεί να εξερευνήσει τον κόσμο και στο οποίο μπορεί να επιστρέψει όταν νιώσει φόβο ή αναστάτωση (Bowlby, 1969· Solomon & George, 2008).

Με απλά λόγια, το παιδί σκέφτεται μέσα από την εμπειρία του: «Όταν χρειάζομαι βοήθεια, κάποιος θα είναι εκεί για μένα».

Ανασφαλής προσκόλληση: όταν η ανταπόκριση δεν είναι σταθερή

Η ανασφαλής προσκόλληση δεν σημαίνει ότι το παιδί δεν αγαπιέται. Σημαίνει ότι η σχέση του με τον φροντιστή μπορεί να χαρακτηρίζεται από ασυνέπεια, συναισθηματική απόσταση ή δυσκολία στην ανταπόκριση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, το βρέφος μπορεί να φαίνεται υπερβολικά ανεξάρτητο και να αποφεύγει την επαφή με τον φροντιστή μετά από έναν αποχωρισμό. Αυτό μπορεί να δείχνει αποφευκτικό πρότυπο προσκόλλησης. Σε άλλες περιπτώσεις, το βρέφος μπορεί να αναστατώνεται έντονα και να δυσκολεύεται να ηρεμήσει ακόμη και όταν ο φροντιστής επιστρέφει. Αυτό μπορεί να δείχνει αμφιθυμικό ή αγχώδες πρότυπο προσκόλλησης (Ainsworth et al., 1978).

Η ανασφαλής προσκόλληση δεν είναι «διάγνωση» με την καθημερινή έννοια. Είναι ένας τρόπος κατανόησης της σχέσης παιδιού-φροντιστή, ώστε να εντοπιστούν πιθανές δυσκολίες και να ενισχυθεί η ποιότητα της φροντίδας.

Αποδιοργανωμένη προσκόλληση: όταν το παιδί βιώνει σύγχυση ή φόβο

Η αποδιοργανωμένη προσκόλληση θεωρείται ένα πιο σύνθετο και ανησυχητικό πρότυπο. Περιγράφει περιπτώσεις όπου το βρέφος δείχνει αντιφατικές, μπερδεμένες ή αποπροσανατολισμένες συμπεριφορές απέναντι στον φροντιστή. Για παράδειγμα, μπορεί να πλησιάζει τον γονιό αλλά ταυτόχρονα να παγώνει, να απομακρύνεται ή να δείχνει φόβο (Main & Solomon, 1990).

Η αποδιοργάνωση δεν σημαίνει πάντα ότι υπάρχει κακοποίηση. Μπορεί όμως να συνδέεται με περιβάλλοντα όπου ο φροντιστής είναι ταυτόχρονα πηγή ασφάλειας και πηγή φόβου ή έντονης αστάθειας. Η βιβλιογραφία έχει συνδέσει την αποδιοργανωμένη προσκόλληση με δύσκολες αναπτυξιακές πορείες, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχουν τραυματικές εμπειρίες ή σοβαρές διαταραχές στη σχέση φροντιστή-παιδιού (Lyons-Ruth et al., 2006· Lyons-Ruth & Jacobvitz, 2008).

Γι’ αυτό η αξιολόγηση τέτοιων συμπεριφορών χρειάζεται μεγάλη προσοχή και πρέπει να γίνεται από ειδικούς με σχετική εκπαίδευση.

Τι παρατηρούμε στην καθημερινή αλληλεπίδραση γονιού και βρέφους;

Η ποιότητα της προσκόλλησης δεν φαίνεται μόνο σε ειδικές εργαστηριακές συνθήκες. Συχνά παρατηρείται και στην καθημερινή σχέση. Ένας ειδικός μπορεί να δώσει σημασία σε στοιχεία όπως:

  • πώς κοιτάζει ο γονιός το μωρό,
  • αν αναγνωρίζει τα σήματα του παιδιού,
  • πώς αντιδρά στο κλάμα,
  • αν μπορεί να ηρεμήσει το βρέφος,
  • αν υπάρχει συναισθηματικός συγχρονισμός,
  • αν ο γονιός αντέχει τη δυσφορία του παιδιού,
  • αν το παιδί αναζητά τον γονιό όταν φοβάται ή κουράζεται.

Η μικροανάλυση της αλληλεπίδρασης μητέρας-βρέφους έχει δείξει ότι ακόμη και πολύ πρώιμα μοτίβα επικοινωνίας, όπως οι εκφράσεις προσώπου, ο ρυθμός της ανταπόκρισης και η αμοιβαία ρύθμιση, μπορούν να συνδέονται με την ποιότητα της προσκόλλησης στους 12 μήνες (Beebe et al., 2010).

Με πιο απλά λόγια, το μωρό και ο γονιός «συνομιλούν» πολύ πριν εμφανιστεί η γλώσσα. Αυτή η συνομιλία γίνεται με βλέμματα, ήχους, κινήσεις, αγγίγματα και συναισθηματικές αντιδράσεις.

Το πείραμα του «ανέκφραστου προσώπου»

Ένα πολύ γνωστό παράδειγμα που βοηθά να κατανοήσουμε τη σημασία της συναισθηματικής ανταπόκρισης είναι το πείραμα του «ανέκφραστου προσώπου». Σε αυτό, ο ενήλικας αλληλεπιδρά αρχικά φυσιολογικά με το βρέφος και στη συνέχεια σταματά ξαφνικά να ανταποκρίνεται, κρατώντας ανέκφραστο πρόσωπο. Τα βρέφη συνήθως προσπαθούν να ξανακερδίσουν την ανταπόκριση του ενήλικα και, όταν αυτό δεν συμβαίνει, δείχνουν δυσφορία ή αποδιοργάνωση (Tronick et al., 1978).

Αυτό δείχνει πόσο σημαντική είναι η ζωντανή, συναισθηματική επικοινωνία. Το βρέφος δεν χρειάζεται απλώς κάποιον να βρίσκεται σωματικά δίπλα του. Χρειάζεται έναν άνθρωπο που να είναι συναισθηματικά παρών.

Κλινική αξιολόγηση της σχέσης γονιού-βρέφους

Στην κλινική πράξη, οι ειδικοί δεν βασίζονται μόνο σε μία παρατήρηση. Συνδυάζουν πληροφορίες από τη συμπεριφορά του παιδιού, τη συμπεριφορά του γονιού, το ιστορικό της οικογένειας και την ποιότητα της μεταξύ τους σχέσης.

Ένα παράδειγμα εργαλείου είναι η Parent–Infant Relationship Global Assessment Scale, η οποία χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση της σχέσης γονιού-βρέφους και έχει μελετηθεί ως προς την προβλεπτική της εγκυρότητα (Aoki et al., 2002). Επίσης, το Working Model of the Child Interview εξετάζει τις αντιλήψεις και τις αναπαραστάσεις της μητέρας για το παιδί, οι οποίες μπορούν να σχετίζονται με την κλινική κατάσταση του βρέφους (Benoit et al., 1997).

Αυτό είναι σημαντικό γιατί η σχέση δεν αποτελείται μόνο από αυτό που φαίνεται εξωτερικά. Περιλαμβάνει και το πώς ο γονιός αντιλαμβάνεται το παιδί: το βλέπει ως ευάλωτο, απαιτητικό, δύσκολο, αγαπητό, ανεξάρτητο ή απειλητικό; Αυτές οι εσωτερικές αναπαραστάσεις επηρεάζουν τον τρόπο φροντίδας.

Ο ρόλος του γονιού: δεν χρειάζεται τελειότητα, χρειάζεται συντονισμός

Πολλοί γονείς αγχώνονται όταν ακούν για την προσκόλληση, επειδή φοβούνται ότι κάθε λάθος μπορεί να τραυματίσει το παιδί. Όμως η θεωρία της προσκόλλησης δεν ζητά από τους γονείς να είναι τέλειοι. Ζητά να είναι αρκετά διαθέσιμοι, αρκετά σταθεροί και αρκετά συντονισμένοι με τις ανάγκες του παιδιού.

Το βρέφος δεν χρειάζεται έναν γονιό που δεν κάνει ποτέ λάθος. Χρειάζεται έναν γονιό που μπορεί να επανέρχεται, να επανορθώνει και να προσφέρει ασφάλεια. Όταν υπάρχει δυσκολία στη σχέση, παρεμβάσεις όπως το Circle of Security μπορούν να βοηθήσουν τους γονείς να κατανοήσουν καλύτερα τα σήματα του παιδιού και να ανταποκριθούν με πιο ασφαλή τρόπο (Cooper et al., 2005).

Η υποστήριξη του γονιού είναι συχνά υποστήριξη του παιδιού.

Προσκόλληση, αποχωρισμός και απώλεια

Ο Bowlby τόνισε ότι η προσκόλληση συνδέεται βαθιά με την εμπειρία του αποχωρισμού και της απώλειας. Όταν το παιδί αποχωρίζεται το πρόσωπο φροντίδας ή όταν η σχέση διακόπτεται με επώδυνο τρόπο, μπορεί να εμφανιστούν έντονες αντιδράσεις θλίψης, άγχους ή απόσυρσης (Bowlby, 1980).

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αποχωρισμός είναι τραυματικός. Σημαίνει όμως ότι τα βρέφη και τα μικρά παιδιά χρειάζονται σταθερότητα, προετοιμασία και ευαίσθητη φροντίδα στις μεταβάσεις. Η ποιότητα της σχέσης βοηθά το παιδί να αντέχει καλύτερα τις αλλαγές.

Προσκόλληση σε διαφορετικά πολιτισμικά πλαίσια

Η προσκόλληση είναι ανθρώπινη ανάγκη, αλλά ο τρόπος που εκφράζεται μπορεί να επηρεάζεται από τον πολιτισμό, τις οικογενειακές συνήθειες και τις κοινωνικές προσδοκίες. Η διαπολιτισμική έρευνα δείχνει ότι υπάρχουν κοινά στοιχεία στην ανάγκη του παιδιού για ασφάλεια, αλλά και διαφορές στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η φροντίδα σε κάθε κοινωνία (van IJzendoorn & Sagi-Schwartz, 2008).

Για παράδειγμα, σε κάποιες κοινωνίες δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στην αυτονομία του παιδιού, ενώ σε άλλες στη στενή σωματική επαφή και την οικογενειακή εγγύτητα. Γι’ αυτό η αξιολόγηση της προσκόλλησης πρέπει να λαμβάνει υπόψη το πολιτισμικό και οικογενειακό πλαίσιο.

Όταν υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες στη σχέση φροντίδας

Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα παιδιά μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα σοβαρής παραμέλησης, ιδρυματικής φροντίδας ή μεγάλης αστάθειας. Η έρευνα σε παιδιά με ενδείξεις διαταραχών προσκόλλησης έχει δείξει ότι η ποιοτική οικογενειακή φροντίδα μπορεί να έχει σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα σε σύγκριση με την ιδρυματική φροντίδα (Smyke et al., 2012).

Αυτό υπογραμμίζει τη σημασία της σταθερής, προσωπικής και συναισθηματικά διαθέσιμης φροντίδας. Τα βρέφη δεν χρειάζονται απλώς επιβίωση. Χρειάζονται σχέση.

Η αξιολόγηση της προσκόλλησης πρέπει να γίνεται από ειδικούς

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η παρατήρηση της προσκόλλησης δεν πρέπει να γίνεται πρόχειρα ή με βάση μεμονωμένες συμπεριφορές. Ένα μωρό που κλαίει πολύ δεν έχει απαραίτητα ανασφαλή προσκόλληση. Ένα μωρό που φαίνεται ήρεμο δεν έχει απαραίτητα ασφαλή προσκόλληση. Η αξιολόγηση χρειάζεται συνολική εικόνα, κατάλληλα εργαλεία και εξειδικευμένη γνώση.

Εργαλεία όπως η Strange Situation, οι συνεντεύξεις για τις αναπαραστάσεις των γονιών και η Adult Attachment Interview χρησιμοποιούνται κυρίως από εκπαιδευμένους επαγγελματίες και ερευνητές (Ainsworth et al., 1978· Steele & Steele, 2008). Στόχος δεν είναι να μπει μια «ταμπέλα» στο παιδί ή στον γονιό, αλλά να κατανοηθεί η σχέση και να ενισχυθεί η ασφάλεια.

Συμπέρασμα

Η παρατήρηση και αξιολόγηση της ποιότητας της προσκόλλησης στη βρεφική ηλικία μάς βοηθά να καταλάβουμε πώς το βρέφος βιώνει τη σχέση με το πρόσωπο φροντίδας του. Η ασφαλής προσκόλληση δημιουργείται όταν το παιδί νιώθει ότι υπάρχει ένας διαθέσιμος, σταθερός και συναισθηματικά παρών ενήλικας.

Η ποιότητα της προσκόλλησης δεν εξαρτάται από την τελειότητα του γονιού, αλλά από τη σταθερή προσπάθεια να κατανοεί και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παιδιού. Όταν υπάρχουν δυσκολίες, η έγκαιρη υποστήριξη μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά τόσο το παιδί όσο και την οικογένεια.

Με απλά λόγια, η προσκόλληση είναι η πρώτη γλώσσα ασφάλειας που μαθαίνει το παιδί. Και αυτή η γλώσσα μπορεί να επηρεάσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο θα σχετίζεται με τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο.

Βιβλιογραφία

Ainsworth, M. D. S., Blehar, M. C., Waters, E., & Wall, S. (1978). Patterns of attachment: A psychological study of the strange situation. Erlbaum.

Aoki, Y., Zeanah, C. H., Heller, S. S., & Bakshi, S. (2002). Parent–Infant Relationship Global Assessment Scale: A study of its predictive validity. Psychiatry and Clinical Neurosciences, 56, 493–497.

Beebe, B., Jaffe, J., Markese, S., Buck, K., Chen, H., Cohen, P., & Feldstein, S. (2010). The origins of 12-month attachment: A microanalysis of 4-month mother–infant interaction. Attachment & Human Development, 12, 3–141.

Benoit, D., Zeanah, C. H., Parker, K. C. H., Nicholson, E., & Coolbear, J. (1997). “Working Model of the Child Interview”: Infant clinical status related to maternal perceptions. Infant Mental Health Journal, 18, 107–121.

Bowlby, J. (1969). Attachment and loss: Vol. 1. Attachment. Basic Books.

Bowlby, J. (1980). Attachment and loss: Vol. 3. Loss: Sadness and depression. Basic Books.

Cooper, G., Hoffman, K., Powell, B., & Marvin, R. (2005). The Circle of Security intervention: Differential diagnosis and differential treatment. In L. J. Berlin, Y. Ziv, L. M. Amaya-Jackson, & M. T. Greenberg (Eds.), Enhancing early attachments: Theory, research, intervention, and policy (pp. 127–151). Guilford Press.

Lyons-Ruth, K., Dutra, L., Schuder, M. R., & Bianchi, I. (2006). From infant attachment disorganization to adult dissociation: Relational adaptations or traumatic experiences? The Psychiatric Clinics of North America, 29, 63–86.

Lyons-Ruth, K., & Jacobvitz, D. (2008). Attachment disorganization: Genetic factors, parenting contexts, and development transformation from infancy to adulthood. In J. Cassidy & P. R. Shaver (Eds.), Handbook of attachment (pp. 666–697). Guilford Press.

Main, M., & Solomon, J. (1990). Procedures for identifying infants as disorganized/disoriented during the Ainsworth Strange Situation. In M. T. Greenberg, D. Cicchetti, & E. M. Cummings (Eds.), Attachment in the preschool years: Theory, research, and intervention (pp. 121–160). University of Chicago Press.

Smyke, A. T., Zeanah, C. H., Gleason, M. M., Drury, S. S., Fox, N. A., Nelson, C. A., & Guthrie, D. (2012). A randomized controlled trial comparing foster care and institutional care for children with signs of reactive attachment disorder. The American Journal of Psychiatry, 169, 508–514.

Solomon, J., & George, C. (2008). The measurement of attachment security and related constructs in infancy and early childhood. In J. Cassidy & P. R. Shaver (Eds.), Handbook of attachment (pp. 383–416). Guilford Press.

Steele, H., & Steele, M. (2008). Clinical uses of the Adult Attachment Interview. In H. Steele & M. Steele (Eds.), Clinical applications of the Adult Attachment Interview (pp. 3–30). Guilford Press.

Tronick, E., Als, H., Adamson, L., Wise, S., & Brazelton, T. B. (1978). Infants’ response to entrapment between contradictory messages in face-to-face interaction. Journal of the American Academy of Child and Adolescent Psychiatry, 17, 1–13.

van IJzendoorn, M. H., & Sagi-Schwartz, A. (2008). Cross-cultural patterns of attachment: Universal and contextual dimensions. In J. Cassidy & P. R. Shaver (Eds.), Handbook of attachment (pp. 880–905). Guilford Press.